Υφαντική - Αργαλειός

ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ

Ο όρθιος αργαλειός είναι ήδη γνωστός στον «Όμηρο». Ο Ομηρικός μεγάλος ιστός ήταν πλατύς αργαλειός και η γυναίκα ύφαινε μπροστά του περπατώντας. Στους οριζόντιους οι υφάντρες ήταν καθιστές. Η δημιουργία ενός εξελιγμένου τύπου αργαλειού με τα μπάρια και τις πατήθρες ίσως πρέπει να αποδοθεί στον Ασιατικό χώρο.

Στη νεότερη εποχή, ο αργαλειός γίνεται συνήθως από κυπαρισσόξυλο ή σπανιότερα από καρυδιά και οι υφάντρες δούλευαν συνήθως μπροστά του καθιστές.

Την ακμή της υφαντουργίας βοήθησε πολύ η ανάπτυξη της νηματουργίας από τον 18ο αιώνα. Οι υφαντικές ύλες διακρίνονται σε ζωικές (μαλλί, μετάξι) και φυτικές (βαμβάκι, λινάρι, καννάβι, σπάρτο).

 

Το μαλλί ήταν ανέκαθεν η κυριότερη ύλη. Επίπονη ήταν η προπαρασκευή του μαλλιού μέχρι να χρησιμοποιηθεί στον αργαλειό: βράσιμο σε καζάνια με καθαρό νερό, κρύωμα και χτύπημα με τον κόπανο, ξέβγαλμα στο νερό, στέγνωμα στον ήλιο, άνοιγμα, λανάρισμα (ξάσιμο στα λανάρια). Ακολουθεί το γνέσιμο, για το οποίο χρησιμοποιούν τη ρόκα ή το αδράχτι, όπου τυλίγεται η έτοιμη κλωστή και το σφοντύλι που δίνει βάρος στο αδράχτι και δυναμώνει την περιστροφική κίνηση.

Αφού γνεστούν και αδραχτιαστούν τα μαλλιά, βάφονται. Τα χρώματα γίνονται ανεξίτηλα, πράγμα που οφείλεται στην ουσία των χρωστικών υλών ζωικών ή φυτικών. Μετά το βάψιμο τα νήματα κουβαριάζονται με τη βοήθεια ανέμης. Συγκεκριμένα, γίνεται το καλάμιασμα ή μασούριασμα που είναι το τύλιγμα του στημονιού στα καλαμάκια του υφαδιού στα μασούρια, το διάσιμο, δηλαδή η τακτοποίηση του νήματος που θα αποτελέσει το στημόνι του υφάσματος. Το τύλιγμα του διασιμιού στο πίσω αντί του αργαλειού. Το μίτωμα είναι το πέρασμα του στημονιού στα μιτάρια και έχει μεγάλη σημασία για το είδος του πανιού που θα υφαίνουν οι υφάντρες, καθώς και για το σχέδιο του.

Οι χωρικοί κατεργάζονται και τις άλλες υφαντικές ύλες με διάφορους τρόπους και πολύ κόπο.

Είδη υφαντών:

  •  Και στην αρχαιότητα υπήρχε το απλό, ακόσμητο ύφασμα. Η απλούστερη τεχνοτροπία διακόσμησης είναι το πέρασμα χρωματιστών νημάτων ανάμεσα στις κλωστές του στημονιού, καθώς κι εκείνη που κανονίζεται με τις πατήθρες του αργαλειού.
  •  Πολύτιμη κατηγορία αποτελούν τα πολυποίκιλα υφάσματα, η κατασκευή τους απαιτεί τεχνικές γνώσεις και προϋποθέτει ανάπτυξη της υφαντικής.
  •  Άλλη γνωστή κατηγορία είναι τα κεντημένα στο χέρι με μικρή σαΐτα ή με τη σακοράφα, είδος χοντρής βελόνας.
  •  Τα περδικλωστά, δηλαδή τα τρυπητά σχέδια που γίνονται κατά το φάσιμο είναι μια άλλη κατηγορία υφαντών.

  Γενικά, τα υφαντά διακρίνονται ανάλογα με την ύλη (π.χ. μάλλινο, μαλλομέταξο, μαλλοβάμβακο, λινομέταξο), την τεχνική κατασκευής (μονό πανί, διπλό, δίμιτο ) το σχέδιο ή το χρώμα (ψηφωτό, γεράνιο), τη χρήση τους (μεσάλι).

  Ακόμη διακρίνονται ανάλογα με τον προορισμό τους σε «σπιτίσια», νυφικάτα και σε επαγγελματικά (για ανάγκες που καλύπτουν τις ασχολίες των κατοίκων).

Είδη υφαντών της Αγιάσου:

  • Κουρελούδες
  • Περαστές
  • Χαγιαλί
  • Ιλγουδέκατου
  • Καφασέλ
  • Πενταμίταρο
  • Κουκί (κτσί)
  • Τέριπλι
  • Κόκκινο, κόκκινο, αστραπή, λουκούμι, τούβλο
  • Χηνόματ
  • Κουλουτσθόπτα
  • Φασιές (βαγιόφλου, καρδούλα, σταυρέλ, στιφανέλ, πιντρέλ)
  • αγκάρ (το) ή (το) ?γκάρ: Η τελευταία βεργούλα του στημονιού. 
  • ανέμ? (η): για το τύλιγμα του νήματος. 
  • αντί: εξάρτημα του αργαλειού.
  • διάζουμι: ετοιμάζω το στημόνι για τον αργαλειό.
  • διασίδ?: τακτοποίηση του νήματος του στημονιού στον αργαλειό.
  • διάση: τακτοποίηση του νήματος του στημονιού στον αργαλειό.
  • δικάδ?: δέκα διπλές κλωστές.
  • δίμ? του: ύφασμα πυκνοφαμένο.
  • θηλίδ (το): το νήμα το αγόραζαν σε δέματα (τα μπαλότα), που το καθένα περιείχε 10 ή 12 θηλιές (κούτσες). Κάθε θηλιά αποτελείται από 4 θηλίδια.
  • καζίλ: κλωστή τρίχινη από γίδα με την οποία φτιάχνανε λιόπανα.
  • καλαμήθρα: απλό εργαλείο για να τυλίγεται στα καλαμάκια το νήμα.
  • καλαμίζου: τυλίγω το νήμα απ? την ανέμη στα μασούρια (καλαμάκια).
  • κριβατή: αργαλειός που μοιάζει με κρεβάτι.
  • λουκ?μέλ? (το): το υφαντό με κόκκινο νήμα. Ευχάριστο και γλυκό στην όραση γι αυτό το βάφτισαν λουκ(ου)μέλ?.
  • λούνα: μικρή ποσότητα μαλλιού.
  • μακάτ: υφαντό από κόκκινη και άσπρη βαμβακερή κλωστή. Το λένε και αστραπή γιατί αστράφτει το βράδυ με το φως στο σπίτι.
  • μασούρ?: μικρά καλαμάκια περασμένα στην καλαμόβεργα.
  • μασουρίζου: τυλίγω πάνω στα μασούρια με το ροδάν?.
  • μιτάρ: εξάρτημα του αργαλειού.
  • μουνότριγιου: αραιοϋφασμένο ύφασμα.
  • μπαμπακούλα: νήμα από μπαμπάκι.
  • μ?τάρια: μιτάρια: πολλοί χοντροί σπάγκοι δεμένοι σε ορθογώνιο πλαίσιο.
  • ξαίνου: κάνω αφράτο το μαλλί.
  • ξ?λόχτινου: το χτένι του αργαλειού.
  • ξύγκλα: σιδερένιο πλατύ όργανο.
  • πανί: λινό ή βαμβακερό ύφασμα.
  • παραμματίζου: περνώ κλωστές του στημονιού μέσα στα μιτάρια και στο χτένι.
  • παραμμάτισμα: προεργασία του νήματος.
  • πατήτιργις: βρίσκονται στα πόδια της υφάντρας.
  • ρόκα: για το γνέσιμο του μαλλιού ή του βαμβακιού.
  • σαγίτα: εξάρτημα σχήματος σαΐτας όπου έβαζαν το καλαμένιο μασσούρι.
  • στημόν?: τα κατά μήκος του αργαλειού νήματα.
  • σύρνου: τραβώ. Έσυραν τις κλωστές του στημονιού στον τοίχο.
  • σφιντύλ?: σφοντύλι, στρογγυλό κομμάτι ξύλου.
  • ?σφίχτ?ς: γυρίζεις το αντί.
  • τεριπλένιου: νήμα αντοχής.
  • τ?λιγάδ?: ξύλινο ραβδί 80 εκατ. και πάχος.
  • τλουπάν?: λεπτό ύφασμα.
  • τσαντίλα: αραιό ύφασμα για στράγγισμα των τυριών.
  • τσιφάλουσ?: το σχέδιο.
  • τύλ?μα: προεργασία του νήματος.
  • φασιά: ύφανση στον αργαλειό.
  • φ?στάν: μάλλινο υφαντό.
  • χαγιαλί: είδος υφαντού τρυπητού.
  • χραμ?: κλινοσκέπασμα χειμωνιάτικο μάλλινο.
  • χτεν?: εξάρτημα αργαλειού.

Εργασία της Λιακάτου Μαρία του Ευαγγέλου με τη καθοδήγηση της δασκάλας Χριστίνας Σαμοθρακή στα πλαίσια του μαθήματος της Ευέλικτης Ζώνης.

Στ? τάξη του Δημοτικού Σχολείου Αγιάσου

Δεκέμβριος 2006

Σύνδεση

Στατιστικά Ιστοσελίδας

Σήμερα 53
Χθες41
Τη βδομάδα 251
Προηγούμενη βδομάδα 261
Το μήνα 611
Προηγούμενο μήνα 2521
Σύνολο 40006
Σύνολο Χρηστών12
Χρήστες 0
Επισκέπτες 12